Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ




Λονδίνο 1980,
Είναι χειμώνας, ώρα 7:00 το πρωί. Παγωμένος αέρας φυσάει χτυπώντας τα κλαδιά των δέντρων στους δρόμους της πόλης που σιγά σιγά γεμίζουν με τα πρόσωπα των κατοίκων της οι οποίοι αρχίζουν την καθημερινότητά τους για άλλη μια μέρα.
Κάπου στην οδό Γκρίνουιτς μένει ένα αγόρι δέκα χρονών μαζί με τους γονείς του και την μικρότερη αδερφή του Μάγκυ. Ο Τζέικ είναι όμορφο κατάξανθο παιδί με μάτια γαλανά σαν του ουρανού γεμάτος αγάπη για την ζωή και όνειρα ανυπόμονος να μεγαλώσει για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του.
Το μεγαλύτερο όνειρο του Τζέικ είναι ο κόσμος…Και όταν τον ρωτούν να εξηγήσει το όνειρό του αυτό απαντάει πως θέλει να γνωρίσει τον έξω κόσμο..Να δει μέρη που δεν κανείς ποτέ δεν είδε να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή της γης να γνωρίσει ανθρώπους πολλούς, πολιτισμούς ξένους προς εκείνον και να μάθει καινούρια ήθη και έθιμα για τον έξω κόσμο. Οι δικοί του συνέχεια του λένε πόσο μικρός είναι και για τα χρόνια που έχει μπροστά του να κάνει όσα θέλει μα εκείνος ανυπομονεί να μεγαλώσει και να ξεκινήσει τα ταξίδια του.
Τα χρόνια πέρασαν, ο Τζέικ τέλειωσε το πανεπιστήμιο. Του άρεσε πολύ η ελευθερία του, την αγαπούσε, ήθελε να ζει ελεύθερος χωρίς όρια. Έτσι και αποφάσισε πως ήρθε η στιγμή να ζήσει το όνειρό του, να ξεκινήσει τα ταξίδια του προς διάφορα μέρη της γης ελεύθερος, εκείνος και το όνειρο του μόνο!
Τα ταξίδια του ξεκίνησαν. Πήγε σε διάφορα μέρη της γης γνώρισε καινούριους πολιτισμούς και ανθρώπους μα ποτέ δεν έμεινε σε κανέναν για πολύ. Το όνειρό του συνεχιζόταν μέχρι που έφτασε η μέρα να γνωρίσει μια όμορφη κοπέλα για την οποία ένιωσε ένα πολύ πρωτόγνωρο συναίσθημα που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. 
Ήρθε όμως η στιγμή να φύγει και από εκεί. Κάτι μέσα του όμως τον στεναχωρούσε που θα την άφηνε πίσω. Εκείνη του ζήτησε να μείνει μαζί της για πάντα, να ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι, μα ο Τζέικ δε μπορούσε να αφήσει το όνειρό του και έτσι έφυγε.. για κάποιο περίεργο τρόπο όμως ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή του τόσο μόνος και τόσο απόμακρος από το ίδιο του το όνειρο. 
Οι μήνες περνούσαν και τα ταξίδια του δεν τον γέμιζαν πλέον και το μυαλό του ήταν συνέχεια σε κάτι που άφησε πίσω του, που τον έκανε να μη τον νοιάζει πλέον η ελευθερία του αυτή. Γύρισε πίσω γεμάτος νοσταλγία για τις μέρες που έχασε μακριά από εκείνη. Την βρήκε και το μόνο που της είπε ήταν πως το όνειρο του δεν είχε καμία αξία χωρίς εκείνη και έτσι έγινε αυτή ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ!
 Fei Kina

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

"Κορίτσι απ' αλλού..." Διήγημα της Κωνσταντίνας Γιαννακούρα

"Κορίτσι απ' αλλού..." Διήγημα της Κωνσταντίνας Γιαννακούρα
http://nineserenades.blogspot.com/

Είναι δεκαεννιά κι ας λέει είκοσι πέντε. Το γραφείο που μου την έστειλε, τηρώντας κάποιο εμπνευσμένο επαγγελματικό πρωτόκολλο -αστεία παρατήρηση για μια χώρα σαν την Ελλάδα και... ξεκαρδιστική για το εν λόγω γραφείο - μου παρέδωσε και φωτοτυπία του διαβατηρίου της, "για να ξέρεις ποιά βάζεις σπίτι σου", όπως χαρακτηριστικά είπε ο κύριος Γαβρίλης, ο υπεύθυνος του γραφείου, ένας τύπος με βλαχαδερή προφορά κι ελαφρώς γλοιώδεις τρόπους. Υποθέτω ότι κάποτε κουράστηκε από την περιορισμένη και κοπιώδη αγροτική ζωή του χωριού του και βρέθηκε στο γραφείο της πρωτεύουσας, ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες. Η διακίνηση κι εύρεση εργασίας σε παράνομους -ίσως και μη- αλλοδαπούς πρέπει να φλάσαρε στο νου του ως ιδανική περίπτωση επαγγέλματος: δεν χρειάζεται γνώσεις, ούτε πτυχία, ούτε προϋπηρεσία, ούτε παρουσιαστικό, ούτε επικοινωνιακές ή άλλες δεξιότητες. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιες σωστές διασυνδέσεις...κι ένα τηλέφωνο. Α! βεβαίως να μην ξεχάσω: και μια εμφανίσιμη αλλοδαπή, ομιλούσα στοιχειώδη ελληνικά για να εισπράττει από τους πελάτες το μερτικό του γραφείου, καθώς ο Γαβρίλης πρωτίστως δεν ασχολείται πια με τέτοια ποταπά καθήκοντα και κατά δεύτερον, δεν επιθυμεί διόλου να φαίνεται. Είναι κάτι σαν τον αόρατο άνθρωπο. Ο άνθρωπος-φωνή. Δεν θα τον δεις ποτέ! Μόνο θα τον ακούσεις στο τηλέφωνο υπερβολικά πολλές φορές μέχρι να σου βρει το κελεπούρι που γυρεύεις και που εκείνος πάντα διαθέτει, όπως ισχυρίζεται με σιγουριά.


Το κορίτσι πάντως επιμένει στο είκοσι πέντε. Δεν γνωρίζει τους επαγγελματικούς όρους του Γαβρίλη, έτσι δεν μπορεί να φανταστεί ότι τα στοιχεία του διαβατηρίου της -συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας γέννησης- κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ασχέτως ότι θα έπρεπε να είναι δηλωμένα και καταγεγραμμένα στα αρχεία κάποιας δημόσιας υπηρεσίας μετανάστευσης ή αλλοδαπών. Αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν από τους τρεις μας για την ώρα.

Εγώ, χρειαζόμουν άμεσα έναν άνθρωπο για βοήθεια. Κάμποσο καιρό αγωνιζόμουν ολομόναχη σ' ένα θλιβερό μαραθώνιο απόγνωσης, υποχρεώσεων κι ευθυνών. Τελικά, νομίζω ότι η αρρώστια των αγαπημένων ανθρώπων είναι από τα δυσκολότερα ζητήματα για να διαχειριστεί κανείς. Και πόσο αν αυτός ο αγαπημένος είναι η μία και μοναδική, η αναντικατάστατη μάνα.

Mια εσωτερική γυναίκα λοιπόν φαινόταν ότι θα μου έλυνε κάποια πρακτικά θέματα όπως: να μπορώ να βγαίνω από το σπίτι με το κεφάλι μου ήσυχο, να έχω τη δυνατότητα ν' ασχοληθώ με αμιγώς δικές μου υποθέσεις που από καιρό έχω παραμελήσει, να πάψω να επωμίζομαι νυχθημερόν τον άχαρο ρόλο της αποκλειστικής νοσοκόμας. Επιπλέον του ότι σου λύνει αρκετά πρακτικά προβλήματα, μια εσωτερική κοστίζει σαφώς λιγότερο από μια γυναίκα ωραρίου. Αυτές ήταν κάποιες από τις σκέψεις που με οδήγησαν στην απόφαση να επικοινωνήσω με το γραφείο ευρέσεως εργασίας "Ο Γαβρίλης". Στο πρώτο μισάωρο ο κύριος Γαβρίλης είχε κάμποσες περιπτώσεις να μου προτείνει. Την ίδια μέρα κιόλας μου έστειλε έξι κυρίες -τις καλύτερες κατά την κρίση του-, τις οποίες είδα κι απέρριψα. Ο Γαβρίλης δεν πτοήθηκε διόλου, ίσα-ίσα την επόμενη μέρα έγινε πιο δραστικός, και εξόρυξε για μένα "ένα πραγματικό διαμάντι", όπως χαρακτήρισε την Ταμάρα.

Μια μικρή στρουμπουλή κοπέλα από την Υπερκαυκασία που είχε βρεθεί στην Ελλάδα πριν δύο περίπου μήνες ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε η μαμά της, οι θείες της, οι ξαδέλφες της και πάει λέγοντας.

Τις πρώτες μέρες, της μιλούσαμε και κοκκίνιζε. Χαμογελούσε αμήχανα ή κατέβαζε το βλέμμα όποτε της απευθύναμε το λόγο. Μια φορά, -εκείνων των πρώτων ημερών- έτυχε να

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011


1821

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα.

- Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αντουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…»

«Τα δύο Εικοσιένα

Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.

Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.»

«Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμο του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου.»

Διαβάστε το πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:

Giannis_Skarimpas_-_to_1821_kai_i_alithia

http://www.librofan.com/ e-books & rapidshare

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Το φίδι στη Φάτνη. Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Ζωγραφική: Μιχάλης Μαδένης

Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;

Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.

Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.

Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.

Οσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».

Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.

Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.

Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Αγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.

Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.

Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Αγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Εμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.

Ολοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.

Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.

«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»

Εριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Υστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.

Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.

Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.

Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Αγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Εβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.

– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.

Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.

– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.

Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Εκλαιγε, σπάραζε.

Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.

Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.

Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.

Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.

Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:

«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Το διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ».

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

"Η ΘΑΛΑΣΣΑ" Διήγμα. Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Περιγραφή: Το διήγημα η "Θάλασσα" ασχολείται με τα πρώτα βήματα ενός νεαρού ναυτικού και την μετέπειτα προσπάθεια του να απαρνηθεί τη μεγάλη του αγάπη και να προσαρμοστεί στην αγροτική ζωή. Σελίδες: 13 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF

"Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΜΑΝΙΑ" Διήγημα. Συγγραφέας: Ελ Ρόι
Περιγραφή: Θα σας πω, ή μάλλον θα σας γράψω, μια αληθινή ιστορία που μόνο αληθινή δεν είναι. Μιλάει για το τι γίνεται όταν κάποιος καταλαβαίνει ότι η πλατεία που ζει δεν είναι τόσο μεγάλη και ελεύθερη όσο λένε, αλλά τριγύρω έχει γκρίζα τείχη. Μιλάει για έναν άνθρωπο που του είπαν ότι είναι κάποιος, αλλά δεν τους πίστεψε. Μιλάει για φωτιές και πλημμύρες, για λιακάδες και γιορτές. Μιλάει για τη ζωή.
Σελίδες: 50 Μέγεθος Αρχείου: 10.1 Mb  ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ


"ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ" Διήγημα. Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Περιγραφή: Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το τελευταίο διήγημα του Βιζυηνού και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία από τις 28 Απριλίου 1895, ενώ ο Βιζυηνός βρισκόταν έγκλειστος στο ψυχιατρείο. Πρόκειται για ένα αφήγημα πλούσιο σε ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία και μας παρουσιάζει τις περιπέτειες ενός κυνηγημένου και αδικημένου ανθρώπου, του Τούρκου Σελήμ. Ο Βιζυηνός με τον Μοσκώβ - Σελήμ μας παρουσιάζει τον χαρακτήρα και τις αντιλήψεις της τουρκικής κοινωνίας και την επίδραση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Σελήμ και έτσι δίνει έμμεσα στους αναγνώστες του και τη δική του θεωρία ζωής.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Θράκη, όπου ο αφηγητής συναντά έναν παράξενο γέροντα, τον Σελήμ που στην εξωτερική του εμφάνιση έχει στοιχεία και τουρκικά και ρωσικά. Ο γέρος, που αποκαλείται Μοσκώβ - Σελήμ, διηγείται τις περιπέτειες της ζωής του, την απελπισμένη προσπάθειά του να γίνει αρεστός στον πατέρα του, τη συμμετοχή του στον πόλεμο εναντίον των Ρώσων και την αγάπη του γι’ αυτούς, που του φέρθηκαν με μεγάλη ανθρωπιά, όταν πιάστηκε αιχμάλωτός τους. Μέσα στην ψυχή του γέροντα υπήρχε μια έντονη διαμάχη ανάμεσα στην αγάπη του για την πατρίδα και στην αγάπη του για τους Ρώσους. Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 36 Μέγεθος Αρχείου: 0.2 Mb Κατέβασέ το εδώ:


"Ο ΠΟΡΤΙΕΡΗΣ" διήγημα. Συγγραφέας: Χρυσουλάς ΑρχοντήςΠεριγραφή: Ένας άνθρωπος της νύχτας τριγυρνά μέσα σε μονοπάτια όπου καθρεφτίζονται οι σκέψεις του. Σημεία των καιρών, απόγνωση, αγανάκτηση, μια σύγχρονη καθημερινή τραγική φιγούρα. Ρεαλισμός και αυτόματη γραφή.
Γλώσσα: Ελληνικά. Σελίδες: 22 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF Δες το εδώ:


 ''Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΚΑΜΕΡΑΣ" Διήγημα Συγγραφέας: Αρχοντής Χρύσουλας
Περιγραφή: Τι θα έλεγε μια κάμερα αναρτημένη πάνω σε στύλο σ' ένα δρόμο της Θεσσαλονίκης; Ποια θα ήταν η γνώμη της για τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μπροστά στον γυαλισμένο της φακό; Μπορεί να δει τα πάντα. Αλλά δεν βιώνει το συναίσθημα. Μια πορεία απ' το ρεαλισμό στο λυρισμό . Μια διαδήλωση, ένας ζητιάνος, ένας τοξικομανής κι ένα ζευγάρι ερωτευμένων στο πεδίο λήψης της. Απρόσωποι διαβάτες ή εκφραστές της εποχής μας;
Σελίδες: 23 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF Εδώ:

ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ: http://www.free-ebooks.gr

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ:"ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ"



Το Ίντερνετ ως πεδίο έκφρασης και δημιουργίας
Το «Χαμένοι στο διαδίκτυο» προέκυψε από το θεματικό διαγωνισμό διηγήματος 2008 «Hotel-Ένοικοι γραφής» που είχε ως θέμα το Διαδίκτυο. Ο καλαίσθητος τόμος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, περιλαμβάνει έξι από τα 12 διηγήματα του βραχέως καταλόγου στον οποίο κατέληξε η κριτική επιτροπή και τέσσερα διηγήματα γραμμένα από συγγραφείς/κριτικούς, μεταξύ των οποίων και ο νικητής του περσινού διαγωνισμού Hotel που είχε ως θέμα τη μετανάστευση.

Ο νικητής του φετινού διαγωνισμού, Κώστας Γκαζής (γεν.1972), παρουσιάζει στο «Αγαπημένο σου ξόρκι» έναν νεαρό που βυθίζεται όλο και περισσότερο σε ένα ηλεκτρονικό παιγνίδι και που κάποια στιγμή επιστρέφει στην πραγματικότητα για να διολισθήσει πάλι. Στην «Ώρα της Άρπυιας» της Μαρίας Πρωτονοταρίου, μία γυναίκα «σώζεται» την τελευταία στιγμή πριν αυτοκτονήσει χάρη στην ανοικτή σύνδεση με το Ίντερνετ που την καλεί να συνεχίσει να μετέχει σε ένα παιχνίδι με άλλους χρήστες, Στον ονειρικό «Ανθρώπινο κόσμο» της Μαρίας Δαλαμήτρου (1978), ένα διαδικυακό παιχνίδι με πολλούς μοναχικούς παίκτες γίνεται η αφορμή για τον αφηγητή-συγγραφέα να μιλήσει για την «ευφυΐα του πλήθους» που αναπτύσσεται χάρη στο μέσον. Στο «Εγώ και το κουνέλι» της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου (1970), ο ψηφιακός έρωτας ενός μεσόκοπου παντρεμένου γίνεται αφορμή για ένα «πάντρεμα» της λογοτεχνίας και του κόσμου του διαδικτύου, με χιούμορ και ειρωνεία. Στο “Mezzanine” της Μυρτώς Καλοφωλιά (1978), μέσα από τα δωμάτια συζητήσεων (και τα σχόλια του minime που διαγράφει ο admin), παρουσιάζονται θραύσματα από τη ζωή μιας πολυκατοικίας και ένας υπόκωφος κοινωνικός σχολιασμός - το τέλος μένει ανοικτό.

Η Έλενα Γελάση (1980) στο «Είμαι εδώ;» εμπνέεται από μία καταπιεστική μητέρα, η (ενήλικη) κόρη της οποίας βρίσκει διέξοδο κα ανακούφιση στα δωμάτια συζητήσεων (chatrooms), όπου η φαντασία μπλέκεται με την πραγματικότητα και εμφιλοχωρεί η αμφιβολία, όπως μαρτυρεί και το ερωτηματικό του τίτλου. Στην «Αναζήτηση» του Χρίστου Κυθρεώτη (1979), η αφήγηση ξεκινά ρεαλιστικά (ο ήρωας-αφηγητής περιμένει στη στάση του λεωφορείου) και σύντομα απογειώνεται (βλέπει μια κοπέλα που κάνει ακροβατικά στην κολόνα της ΔΕΗ και ψάχνοντας να τη βρει φθάνει σε ένα φανταστικό Περιστέρι-νησί), για να αποδειχθεί μόνο στο τέλος η σύνδεση της ιστορίας με το Ίντερνετ. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος (1968) στο «Προτιμώ να κουβεντιάζω με chatbots» δοκιμάζει τα όρια της λογοτεχνικότητας (και των νεύρων μας) μέσα από τις συζητήσεις ενός ανθρώπου με τρία ρομπότ και με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και της αυτόματης μετάφρασης που δημιουργεί διάφορα παράδοξα, αλλά εντέλει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Τα όρια της λογοτεχνικότητας εξερευνά και ο Θοδωρής Χιώτης (1977) με το «Φανταστικό τοπίο 4.1 (Betamix) και τρεις παράλληλες γραφές-εκδοχές. Στη «Μέση ηλικία», τέλος, η Ελιάνα Χουρμουζιάδου (1965) παρουσιάζει έναν πενηντάρη δικηγόρο, παντρεμένο και με μικρά παιδιά, να ετοιμάζει, με τη βοήθεια ενός νεαρού που έχει τα μισά του χρόνια, το προφίλ του σε μία ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης.

Όλα τα διηγήματα διακρίνονται για την πολύ καλή χρήση της γλώσσας και την ανάπτυξη της πλοκής. Από τους συγγραφείς του τόμου, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, παρουσιάζει πτυχές του διαδικτύου όπως η ανάγκη για επικοινωνία, το παιγνίδι ρόλων και η ελεγχόμενη μεταμόρφωση σε έναν άλλο εαυτό, η αναζήτηση πληροφοριών και τα όρια της χρήσης (μαζί με τις συνέπειές της) αυτού του ηλεκτρονικού μέσου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ο κατατοπιστικός πρόλογος της Τιτίκας Δημητρούλια η οποία επιπλέον σχολιάζει τα διηγήματα. Το «Χαμένοι στο διαδίκτυο» αξίζει να διαβαστεί, ιδίως από επίδοξους διηγηματογράφους.

"ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ" ΣΥΛΛΟΓΉ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ΝΕΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων με τίτλο "ελληνικά ονόματα" από τις εκδόσεις Κέδρος, με πρόλογο του Μένη Κουμανταρέα.
Η ιδέα και η επιλογή των συγγραφέων ήταν του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Εμφανίζονται με αλφαβητική σειρά, με τις ιστορίες τους οι:
Βασίλης Αμανατίδης: Ντοκουμέντα από μια τελετή έναρξης (Δημήτρης Παπαϊωάννου)
Νίκος Αδάμ Βουδούρης: Με τα σύμφωνα πάντα φροντισμένα (Βέρα Ζαβιτσιάνου)
Σπύρος Γιανναράς: Βακαλόπουλος συνοδηγός (Χρήστος Βακαλόπουλος)
Δήμητρα Κολλιάκου: Το Νεραντζοφίλημα (Νίκος Σκαλκώτας)
Μαρία Κωτίδου: Ο Εραστής (Μελίνα Μερκούρη)
Δημήτρης Μαμαλούκας: Νίκος Κακλαμανάκης: Με τη λάμψη στα μάτια
Λευτέρης Μαυρόπουλος: Αριστείδης Παγκρατίδης: Ο δράκος του Σέιχ Σου
Παύλος Μεθενίτης: Δισθανής (Άγγελος Σικελιανός)
Κάλλια Παπαδάκη: Ο ληστής Νταβέλης
Σταυρούλα Σκαλίδη: Η Χαμένη Φράση (Νίκος Καζαντζάκης)
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Αλίκη (Αλίκη Βουγιουκλάκη)
Βάσια Τζανακάρη: Λένα Πλάτωνος: Η Ευτυχισμένη Πριγκίπισσα
Μαρία Φακίνου: Ή έρωτας ή τίποτα (Γεώργιος Βιζυηνός)
Νίκος Χρυσός: Συνάντηση μ’ ένα φύλλο (Γιώργος Μπουζιάνης)


Γράφει στον πρόλογό του μεταξύ άλλων ο Μένης Κουμανταρέας: "...Διαβάζοντας τους συγγραφείς αυτού του τόμου, έχω την εντύπωση ότι με το πρόσχημα να μιλήσουν για παλιά και γνωστά πρόσωπα, έχουν να μας πουν νέα και άγνωστα πράγματα, που εγώ τουλάχιστον ως παλαιότερος δεν τα είχα υποπτευθεί..."