Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

"Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος" Συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Σαϊτα. Διαβαστε το εδώ ΔΩΡΕΑΝ!


Τίτλος: Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος
Συγγραφείς: Αγγελακοπούλου Εύη, Αγγελίδης-Γκέντζος Τάσος, Αλεξίου Γιούλη, Γαλιάσος Φίλιππος, Γραφανάκης Μάνος, Γρηγοριάδης Γιάννης, Δεληγιάννη-Τσιουλπά Άννα, Δερμιτζάκη Ειρήνη, Ελευθεριάδου Ελντίνα, Ζαράρης Λάσκαρης, Ζωντός Μιχαήλ, Καρυωτάκης Μίνως-Αθανάσιος, Κασιάρου Εύα, Κουντουράς Παναγιώτης, Κουτσοσπύρος Σπύρος, Λαμπρίδου Βασιλική, Λουλά Χριστίνα, Μαμαλιόγκας Γιάννης, Μητσοπούλου Δέσποινα, Οδυσσέας Γκρέι (ψευδώνυμο), Παναγιώτου Κυριάκος, Παπαδοπούλου Κάλλια, Παπαϊορδανίδης Θεοδόσης, Σαββανάκης Γιώργος, Σαββινίδης Λευτέρης, Σαλαβασίδης Πέτρος, Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης Ρωμανός, Τριανταφυλλίδου Ευγενία, Φλώρου Παναγιώτα, Χουρσανίδης Μανόλης 
ISBΝ: 978-618-80394-5-2
Συντελεστές
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Αλίκη Λαζαρίδου 
Επιμέλεια-Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη 
Σύντομη περίληψη
Όπως ταξιδεύουν οι ιδέες, οι νότες, οι άνθρωποι, ο νους, η σκέψη, έτσι και τα χρήματα ταξιδεύουν συνεχώς χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την πορεία που ακολουθούν, τα προβλήματα που πιθανόν φέρνουν, τις συνειδήσεις τις οποίες αλλοιώνουν, την ανακούφιση από δυσάρεστες καταστάσεις, την αισιοδοξία, τη δύναμη, το κύρος, το πάθος, τη λύτρωση, την ενοχή, την εκμετάλλευση. Ταξιδέψτε με τα τριάντα διηγήματα που προέκυψαν από την ανοικτή πρόσκληση των Εκδόσεων Σαϊτα.
Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2013.
  
Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 4,84 MB) ή δείτε το πατώντας παρακάτω:

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

ΒΟΥΡΕΛΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ "ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ" Διηγήματα


ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ 
Εκδοτικός Οίκος: ΙΩΛΚΟΣ
Ένας χαμηλόβαθμος τραπεζικός υπάλληλος βλέπει τον κόσμο γύρω του κυριολεκτικά να εξαφανίζεται... Μια γυναίκα ξυπνάει έχοντας χάσει το πρόσωπό της... Το βιβλίο αποτελείται από μικρές, σπονδυλωτές ιστορίες γύρω από τον ψυχισμό των ανθρώπων, που συνειδητά ή ασυνείδητα, φτάνουν σε οριακό σημείο. Οι δύο πρώτες -με το εξωπραγματικό και το πραγματικό στοιχείο να εναλλάσσονται διαρκώς- οδηγούν στην τρίτη, όπου δεν υπάρχει λυτρωτική έξοδος και η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων δεν οδηγεί στην αυτογνωσία, αλλά στο πουθενά...

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΟΥ ΜΙΣΟ



Κάποτε υπήρξαν δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ. 
Από την αρχή υπήρξε ένα περίεργο δέσιμο μεταξύ τους..σαν να γνωρίζονταν χρόνια. 
Το κορίτσι ήξερε πως ένιωθε αγάπη για εκείνον. Τον αγαπούσε με όλους τους τρόπους που υπήρχαν και το μόνο που την ένοιαζε ήταν να είναι καλά, να τον βλέπει να της χαμογελάει και να τον βλέπει ευτυχισμένο. 
Κι εκείνος όμως την αγαπούσε πολύ μα με τον καιρό αυτό άρχισε να τον φοβίζει. Δεν ήθελε ποτέ να την χάσει μα ήξερε πως κάποια μέρα αυτό θα συνέβαινε, οι δρόμοι τους θα χώριζαν και ίσως δεν την ξαναέβλεπε ποτέ. Στη σκέψη αυτή πονούσε και έτσι μια μέρα αποφάσισε να απομακρυνθεί από εκείνη όσο ήταν ακόμη νωρίς…έτσι πίστευε ότι έπρεπε να γίνει για να μην πονέσουν στο μέλλον κι δύο. Έτσι και έγινε...έφυγε και την άφησε. Εξαφανίστηκε χωρίς να της εξηγήσει τον λόγο. 
Η κοπέλα πόνεσε πολύ..έχασε το άλλο της μισό, τον άνθρωπο που αγάπησε περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο. Ένιωσε να χάνονται όλα γύρω της , ένιωθε το σώμα της νεκρό και την ψυχή της άδεια. Τα μάτια γέμιζαν δάκρια στη θύμησή του και ζούσε με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε τον ξαναέβλεπε. Της έλειπε η αγκαλιά του, τα μάτια του, το χαμόγελό του, οι στιγμές της μαζί του, της έλειπε η ζωή της. Εκείνος ήταν η ζωή της! 
Ο καιρός περνούσε και εκείνη έμενε μόνη. Κάθε βράδυ κοιτώντας την φωτογραφία του προσπαθούσε να κοιμηθεί μόνο και μόνο για να τον δει στα όνειρα της...Οι μέρες περνούσαν, οι βδομάδες μα και τα χρόνια…Έφτασε η στιγμή που μπήκε στην ζωή της κάποιος που μπορούσε να της δώσει την αγάπη του και να την κάνει ευτυχισμένη και έτσι αποφάσισε να μείνει κοντά του βλέποντας όμως πάντα εκείνον στα μάτια του. Έκαναν μαζί μια όμορφη οικογένεια…Το άλλο της μισό δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά και έτσι έμεινε στην μνήμη της για πάντα σαν την ΑΓΑΠΗ της που δεν θα ξεχνούσε ποτέ!
FEI KINA

ΓΙΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ




Λονδίνο 1980,
Είναι χειμώνας, ώρα 7:00 το πρωί. Παγωμένος αέρας φυσάει χτυπώντας τα κλαδιά των δέντρων στους δρόμους της πόλης που σιγά σιγά γεμίζουν με τα πρόσωπα των κατοίκων της οι οποίοι αρχίζουν την καθημερινότητά τους για άλλη μια μέρα.
Κάπου στην οδό Γκρίνουιτς μένει ένα αγόρι δέκα χρονών μαζί με τους γονείς του και την μικρότερη αδερφή του Μάγκυ. Ο Τζέικ είναι όμορφο κατάξανθο παιδί με μάτια γαλανά σαν του ουρανού γεμάτος αγάπη για την ζωή και όνειρα ανυπόμονος να μεγαλώσει για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του.
Το μεγαλύτερο όνειρο του Τζέικ είναι ο κόσμος…Και όταν τον ρωτούν να εξηγήσει το όνειρό του αυτό απαντάει πως θέλει να γνωρίσει τον έξω κόσμο..Να δει μέρη που δεν κανείς ποτέ δεν είδε να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή της γης να γνωρίσει ανθρώπους πολλούς, πολιτισμούς ξένους προς εκείνον και να μάθει καινούρια ήθη και έθιμα για τον έξω κόσμο. Οι δικοί του συνέχεια του λένε πόσο μικρός είναι και για τα χρόνια που έχει μπροστά του να κάνει όσα θέλει μα εκείνος ανυπομονεί να μεγαλώσει και να ξεκινήσει τα ταξίδια του.
Τα χρόνια πέρασαν, ο Τζέικ τέλειωσε το πανεπιστήμιο. Του άρεσε πολύ η ελευθερία του, την αγαπούσε, ήθελε να ζει ελεύθερος χωρίς όρια. Έτσι και αποφάσισε πως ήρθε η στιγμή να ζήσει το όνειρό του, να ξεκινήσει τα ταξίδια του προς διάφορα μέρη της γης ελεύθερος, εκείνος και το όνειρο του μόνο!
Τα ταξίδια του ξεκίνησαν. Πήγε σε διάφορα μέρη της γης γνώρισε καινούριους πολιτισμούς και ανθρώπους μα ποτέ δεν έμεινε σε κανέναν για πολύ. Το όνειρό του συνεχιζόταν μέχρι που έφτασε η μέρα να γνωρίσει μια όμορφη κοπέλα για την οποία ένιωσε ένα πολύ πρωτόγνωρο συναίσθημα που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. 
Ήρθε όμως η στιγμή να φύγει και από εκεί. Κάτι μέσα του όμως τον στεναχωρούσε που θα την άφηνε πίσω. Εκείνη του ζήτησε να μείνει μαζί της για πάντα, να ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι, μα ο Τζέικ δε μπορούσε να αφήσει το όνειρό του και έτσι έφυγε.. για κάποιο περίεργο τρόπο όμως ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή του τόσο μόνος και τόσο απόμακρος από το ίδιο του το όνειρο. 
Οι μήνες περνούσαν και τα ταξίδια του δεν τον γέμιζαν πλέον και το μυαλό του ήταν συνέχεια σε κάτι που άφησε πίσω του, που τον έκανε να μη τον νοιάζει πλέον η ελευθερία του αυτή. Γύρισε πίσω γεμάτος νοσταλγία για τις μέρες που έχασε μακριά από εκείνη. Την βρήκε και το μόνο που της είπε ήταν πως το όνειρο του δεν είχε καμία αξία χωρίς εκείνη και έτσι έγινε αυτή ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ!
 Fei Kina

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

"Κορίτσι απ' αλλού..." Διήγημα της Κωνσταντίνας Γιαννακούρα

"Κορίτσι απ' αλλού..." Διήγημα της Κωνσταντίνας Γιαννακούρα
http://nineserenades.blogspot.com/

Είναι δεκαεννιά κι ας λέει είκοσι πέντε. Το γραφείο που μου την έστειλε, τηρώντας κάποιο εμπνευσμένο επαγγελματικό πρωτόκολλο -αστεία παρατήρηση για μια χώρα σαν την Ελλάδα και... ξεκαρδιστική για το εν λόγω γραφείο - μου παρέδωσε και φωτοτυπία του διαβατηρίου της, "για να ξέρεις ποιά βάζεις σπίτι σου", όπως χαρακτηριστικά είπε ο κύριος Γαβρίλης, ο υπεύθυνος του γραφείου, ένας τύπος με βλαχαδερή προφορά κι ελαφρώς γλοιώδεις τρόπους. Υποθέτω ότι κάποτε κουράστηκε από την περιορισμένη και κοπιώδη αγροτική ζωή του χωριού του και βρέθηκε στο γραφείο της πρωτεύουσας, ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες. Η διακίνηση κι εύρεση εργασίας σε παράνομους -ίσως και μη- αλλοδαπούς πρέπει να φλάσαρε στο νου του ως ιδανική περίπτωση επαγγέλματος: δεν χρειάζεται γνώσεις, ούτε πτυχία, ούτε προϋπηρεσία, ούτε παρουσιαστικό, ούτε επικοινωνιακές ή άλλες δεξιότητες. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιες σωστές διασυνδέσεις...κι ένα τηλέφωνο. Α! βεβαίως να μην ξεχάσω: και μια εμφανίσιμη αλλοδαπή, ομιλούσα στοιχειώδη ελληνικά για να εισπράττει από τους πελάτες το μερτικό του γραφείου, καθώς ο Γαβρίλης πρωτίστως δεν ασχολείται πια με τέτοια ποταπά καθήκοντα και κατά δεύτερον, δεν επιθυμεί διόλου να φαίνεται. Είναι κάτι σαν τον αόρατο άνθρωπο. Ο άνθρωπος-φωνή. Δεν θα τον δεις ποτέ! Μόνο θα τον ακούσεις στο τηλέφωνο υπερβολικά πολλές φορές μέχρι να σου βρει το κελεπούρι που γυρεύεις και που εκείνος πάντα διαθέτει, όπως ισχυρίζεται με σιγουριά.


Το κορίτσι πάντως επιμένει στο είκοσι πέντε. Δεν γνωρίζει τους επαγγελματικούς όρους του Γαβρίλη, έτσι δεν μπορεί να φανταστεί ότι τα στοιχεία του διαβατηρίου της -συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας γέννησης- κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ασχέτως ότι θα έπρεπε να είναι δηλωμένα και καταγεγραμμένα στα αρχεία κάποιας δημόσιας υπηρεσίας μετανάστευσης ή αλλοδαπών. Αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν από τους τρεις μας για την ώρα.

Εγώ, χρειαζόμουν άμεσα έναν άνθρωπο για βοήθεια. Κάμποσο καιρό αγωνιζόμουν ολομόναχη σ' ένα θλιβερό μαραθώνιο απόγνωσης, υποχρεώσεων κι ευθυνών. Τελικά, νομίζω ότι η αρρώστια των αγαπημένων ανθρώπων είναι από τα δυσκολότερα ζητήματα για να διαχειριστεί κανείς. Και πόσο αν αυτός ο αγαπημένος είναι η μία και μοναδική, η αναντικατάστατη μάνα.

Mια εσωτερική γυναίκα λοιπόν φαινόταν ότι θα μου έλυνε κάποια πρακτικά θέματα όπως: να μπορώ να βγαίνω από το σπίτι με το κεφάλι μου ήσυχο, να έχω τη δυνατότητα ν' ασχοληθώ με αμιγώς δικές μου υποθέσεις που από καιρό έχω παραμελήσει, να πάψω να επωμίζομαι νυχθημερόν τον άχαρο ρόλο της αποκλειστικής νοσοκόμας. Επιπλέον του ότι σου λύνει αρκετά πρακτικά προβλήματα, μια εσωτερική κοστίζει σαφώς λιγότερο από μια γυναίκα ωραρίου. Αυτές ήταν κάποιες από τις σκέψεις που με οδήγησαν στην απόφαση να επικοινωνήσω με το γραφείο ευρέσεως εργασίας "Ο Γαβρίλης". Στο πρώτο μισάωρο ο κύριος Γαβρίλης είχε κάμποσες περιπτώσεις να μου προτείνει. Την ίδια μέρα κιόλας μου έστειλε έξι κυρίες -τις καλύτερες κατά την κρίση του-, τις οποίες είδα κι απέρριψα. Ο Γαβρίλης δεν πτοήθηκε διόλου, ίσα-ίσα την επόμενη μέρα έγινε πιο δραστικός, και εξόρυξε για μένα "ένα πραγματικό διαμάντι", όπως χαρακτήρισε την Ταμάρα.

Μια μικρή στρουμπουλή κοπέλα από την Υπερκαυκασία που είχε βρεθεί στην Ελλάδα πριν δύο περίπου μήνες ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε η μαμά της, οι θείες της, οι ξαδέλφες της και πάει λέγοντας.

Τις πρώτες μέρες, της μιλούσαμε και κοκκίνιζε. Χαμογελούσε αμήχανα ή κατέβαζε το βλέμμα όποτε της απευθύναμε το λόγο. Μια φορά, -εκείνων των πρώτων ημερών- έτυχε να

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011


1821

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα.

- Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αντουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…»

«Τα δύο Εικοσιένα

Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.

Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.»

«Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμο του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου.»

Διαβάστε το πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:

Giannis_Skarimpas_-_to_1821_kai_i_alithia

http://www.librofan.com/ e-books & rapidshare

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Το φίδι στη Φάτνη. Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Ζωγραφική: Μιχάλης Μαδένης

Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;

Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.

Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.

Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.

Οσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».

Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.

Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.

Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Αγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.

Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.

Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Αγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Εμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.

Ολοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.

Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.

«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»

Εριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Υστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.

Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.

Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.

Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Αγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Εβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.

– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.

Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.

– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.

Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Εκλαιγε, σπάραζε.

Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.

Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.

Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.

Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.

Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:

«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Το διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ».