Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Κάτω στην Κύπρο-Αμμόχωστος - Διήγημα της Λένας Φατούρου



Ο Θεόφιλος Βασιλείου μ’ ένα σακίδιο περασμένο στην καμπουριασμένη του πλάτη, και με βαριά περπατησιά--- που δε θύμιζε καθόλου τον καμαρωτό άντρα που ήταν κάποτε--- έκλεινε μάτι στην ελευθερία, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τη μεγάλη καγκελόπορτα των φυλακών.
Την ελευθερία που εδώ και δεκαπέντε χρόνια την είχε στερηθεί.

« Πάλι καλά» μονολογούσε.

« Φτηνά τη γλίτωσα. Βρισκόμουν σε άμυνα βλέπεις»

Αλήθεια, πως γίνεται σχεδόν μια ολόκληρη ζωή, να περνάει απ’ το μυαλό ενός ανθρώπου ανάμεσα σε λίγα μέτρα; Από τη στιγμή που βγήκε απ’ το κελί του, έως και την εξώπορτα των φυλακών, σαν μια ταινία μικρού μήκους πέρασαν μπροστά από τα μάτια του, μεγάλα γεγονότα που τον είχαν στιγματίσει. Ο εγκλεισμός, η απαξίωση, η στέρηση κάποιων δικαιωμάτων του ως άνθρωπο, ατσάλωσαν την καλή πλευρά του χαρακτήρα του,--- που ούτε κι αυτός ήξερε πως είχε--- και τώρα, άρχισε να κάνει και πάλι όνειρα. Ζωγράφιζε με τη σκέψη μια ήρεμη ζωή, που να μην έχει τίποτα κοινό με κείνη την παλιά που του κατέστρεψε ιδανικά και ηθικές.

2 Ήταν Αύγουστος του 1974, όταν αυτός και η Θεανώ, μπήκαν στο αυτοκίνητο πρωί-πρωί έτοιμοι να απολαύσουν ένα ήρεμο Σαββατοκύριακο, στην κοντινή Αίγινα. Μόλις που θυμήθηκε πως ο Μήνας είχε είκοσι. Εορτή του ΑΪ ΛΙΑ.

Γιόρταζε ο πατέρας του.

« Να μην ξεχάσω, να πάρω τον πατέρα μου τηλέφωνο» ακούστηκε η φωνή του.
« Μα δεν έχει πάει στην Κύπρο;» Ρώτησε εκείνη.
« Ναι, Κύπρο είναι. Εκεί στης θείας μου θα τηλεφωνήσω.»

Κατευθυνόντουσαν προς τον Πειραιά. Η Θεανώ, σιγοτραγουδώντας άνοιξε το ραδιόφωνο όταν στο άκουσμα των γεγονότων, πάγωσε το αίμα τους. Η φωνή του εκφωνητή μετέδιδε μια φρικτή είδηση. Βομβάρδιζαν την Κύπρο. Η Αμμόχωστος είχε θυσιαστεί σ’ ένα έγκλημα που δεν είχε προηγούμενο. Η αναγκαία διαφυγή του προέδρου Μακαρίου στο εξωτερικό---προκειμένου να γλιτώσει από τους πραξικοπηματίες της δικής μας χούντας--- άνοιξε το δρόμο στους Τούρκους που πάντα ορέγονταν το πανέμορφο Ελληνικό νησί να το κάνουν δικό τους. Αυτή η εισβολή βρήκε τον πληθυσμό απροετοίμαστο. Η σκιά του χάρου ήταν μόνιμη κατάσταση, δεν άφησε σπίτι για σπίτι που να μην το επισκεφτεί. Χάθηκε πολύς κόσμος, βιάστηκαν πολλές γυναίκες, κάηκαν χιλιάδες νοικοκυριά, και όσο για τους αγνοούμενους, χιλιάδες μάτια έκλαψαν γι αυτούς. Νιάτα που η δροσιά τους σκορπίστηκε στη δίνη ενός τρελού λαού.

Ο Ηλίας Βασιλείου ξύπνησε αναστατωμένος, και πέρασαν κάμποσα λεπτά μέχρι να καταλάβει ότι επρόκειτο για βομβαρδισμό. Έμενε στης αδερφής του στην Αμμόχωστο, την οποία επισκεπτόταν συχνά, κυρίως μετά την πώληση της επιχείρησης του και ενός καταστήματος που διατηρούσε για πολλά χρόνια στην όμορφη αυτή πόλη. Ο Θεόφιλος o γιός του, δεν φάνηκε αντάξιος των προσδοκιών του, αφού ακολούθησε τελείως διαφορετική επαγγελματική καριέρα με την οποία ο Ηλίας δε συμφώνησε ποτέ. Σκεφτόταν πως, τόσο ο ίδιος, όσο και η πρώην σύζυγος του, έστω κι αν χώρισαν του παρείχαν μία άνετη ζωή. Ο γιός τους ήταν από τα προνομιούχα παιδιά, τουλάχιστο ότι είχε να κάνει με το υλικό μέρος των πραγμάτων. Πολλές φορές έφερνε στο μυαλό του ο Ηλίας Βασιλείου την ημέρα που έγινε πατέρας. Εκείνο τον Μάρτη του 1928 που η νοτισμένη γη της Κύπρου μύριζε Άνοιξη, διάλεξε να έρθει στον κόσμο ο μικρός του άγγελος.

«Ορκίζομεν αφεντικόν, ότι θα σε κάμω ευτυχισμένον» του είχε πει ο γραμματέας του, καθώς τον ενημέρωνε για τη γέννηση του μωρού.

« Πολλά με ευχαρίστησες ορέ, πες στη γιαγιά Ανδριανή, να φτιάσει μπουρέκια και να τρατάρει ούλους» είχε προστάξει τότε, μαθαίνοντας το χαρμόσυνο γεγονός, δίνοντας στο μεταξύ ένα γερό φιλοδώρημα στον υπάλληλο, που επίτηδες δεν άφησε την κοπέλα του σπιτιού να φτάσει στο γραφείο του κυρίου της, και να του ανακοινώσει εκείνη το νέο.
Τώρα, ο Ηλίας στα εβδομήντα πέντε του χρόνια, έμελλε να ζήσει τούτη δω την καταστροφή που σχεδόν την περίμενε.

Ήταν έξυπνος άνθρωπος, είχε καταλάβει--- από τότε που αποφάσισε να έρχεται σαν επισκέπτης στην Κύπρο--- πως κάποια μέρα η πλούσια πατρίδα του θα γινόταν η πιο γευστική λεία στα χέρια των Τούρκων, αρκεί να τους δινόταν η ευκαιρία. Τα πολιτικά γεγονότα που πάντα παρακολουθούσε με πάθος, αυτό δήλωναν. Ταράχτηκε πολύ εκείνο το αιματοβαμμένο ξημέρωμα βλέποντας την αδερφή του μες την αναστάτωση της, να χάνει τις αισθήσεις της. Στην προσπάθεια του να φτάσει γρήγορα κοντά της, παραπάτησε και έπεσε στο πάτωμα χτυπώντας τη μέση του. Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η πόρτα έσπασε, και δυο σιδερένιες κάνες έβγαλαν το άχτι τους σε δυο χιονάτα κεφάλια. Δεν πρόλαβαν να δουν, ούτε αυτός, μα ούτε και η αδερφή του, το μέγεθος της καταστροφής αυτής της γης που τόσο αγάπησαν.

Ο Θεόφιλος, με τις ενοχές να τον έχουν ζώσει από παντού, σκέφτεται τις αμέτρητες φορές που είχε πληγώσει τον πατέρα του. Μετά την πάροδο δυο μηνών από την εισβολή, λέει και ξανά λέει στην Αφροδίτη: « είχαν άσχημο τέλος, θλίβομαι όταν το σκέφτομαι. Η πατρίδα μας έγινε στάχτη, αυτό δε θα το άντεχαν ούτως η άλλως. Ίσως ν’ ακούγεται σκληρό, αλλά όσο κι αν με θυμώνει, οι σιδερένιες κάνες έπαιξαν ρόλο λύτρωσης και για τους δυο.»

Τα μάτια του δακρύζουν καθώς λίγα ακόμη βήματα τον χωρίζουν από την ελευθερία. Κοντοστέκει, ανάβει ένα τσιγάρο, και θυμωμένος τα βάζει με τον εαυτό του. Θυμάται το αισχρό παιχνίδι που έπαιξε κάποτε, δείχνοντας ψεύτικο ενδιαφέρον για μια αγνή κοπέλα--- προκειμένου να πλησιάσει τη μητέρα της, που πράγματι είχε ερωτευτεί στα φοιτητικά του χρόνια--- και σιχαίνεται που ζει ακόμα. Αλήθεια, πόση μαεστρία χρησιμοποίησε τότε, για να πλησιάσει τη μικρή Θεανώ έχοντας βοηθό την νεανική του εμφάνιση, που καθόλου δεν έδειχνε τη διαφορά της ηλικίας τους. Με πόση ευφράδεια λόγου…. Την έμπλεξε στα δίχτυα του, δίχως κόπο.

Η ευκολόπιστη και πρωτόβγαλτη Θεανώ, έγινε παιχνιδάκι στα χέρια του. Αλλά και η Αφροδίτη η μητέρα της; Το ίδιο δεν έπαθε; Ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια, παρά τις ηθικές της συστολές, έπεσε στην αγκαλιά του σαν ώριμο φρούτο. ΝΑΙ! Ήθελε να εκδικηθεί τον άδικο τρόπο που του είχε φερθεί όταν διαπίστωσε πως παράλληλα με το δικό τους δεσμό, αυτή διατηρούσε και άλλον, εκείνου του Παύλου Πετρίδη. Εκτός που χάλασε τη φιλία των δυο αγοριών, εκτός που τον ξευτίλισε ανεπανόρθωτα, τον άφησε σύξυλο για να παντρευτεί τον Παύλο τελικά. Μία επιλογή που πρόσταξε το συμφέρον της και μόνο. Δημόσιος υπάλληλος στην τράπεζα ο Παύλος, θέση που την πήρε αμέσως μετά το πτυχίο του, ενώ άεργος και λίγο αλητάκος ο ίδιος, έτρωγε τα λεφτά του επιχειρηματία μπαμπά του, που είχε ρίζες από την Αμμόχωστο της Κύπρου.

Οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν αυτός ήταν δώδεκα ετών, και ζούσε με τη μητέρα του στο προάστιο της Κηφισιάς στη βίλα της οδού Ανθέων. Έτσι, η Αφροδίτη προτίμησε τον λιγότερο όμορφο και φτωχότερο, αλλά νοικοκυρεμένο με μόνιμη δουλειά Παύλο, από τον άστατο, και δίχως σίγουρο μέλλον Θεόφιλο. Κουνάει το κεφάλι του, κάνοντας συνάμα μία κοροϊδευτική γκριμάτσα έχοντας ειρωνικό ύφος απέναντι στον εαυτό του. « Έπαιξες, και έχασες αγαπητέ.» Του λέει, θαρρείς και απευθυνόταν σε κάποιον συνομιλητή. «Μόνο που αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι, είχε άσχημο τέλος. Όπως κάθε παιχνίδι αυτού του είδους, που αν δεν προσέξεις, παραμονεύει το κακό.»

Ο Παύλος Πετρίδης ήταν αδύνατον να διαχειριστεί την όλη κατάσταση. Ως δια μαγείας η συνεννόηση, αλλά και η κατανόηση που υπήρχε κάποτε από τις δυο αγαπημένες του υπάρξεις, είχαν εξαφανιστεί. Όποιο τρόπο κι αν χρησιμοποίησε, απέτυχε. Η έντονη ενέργεια του, μεταλλάχτηκε σε έντονη απραξία. Οι σχέσεις του με την Αφροδίτη είχαν πάρει για τα καλά τον κατήφορο, ενώ η κόρη του, είχε διαλέξει λάθος μονοπάτια. Δεν θύμιζε καθόλου τον εύρωστο άντρα που ήταν κάποτε, και τα μαλλιά του γκριζάρισαν μέσα σε λίγους μήνες. Το σώμα του σκυφτό και κουρασμένο, έδειχνε άνθρωπο που μάλλον δεν αγαπούσε τη ζωή. Η μόνη που πόναγε πια γι αυτόν, ήταν η Μαριέττα η οικονόμος του σπιτιού.

Τόσα χρόνια κοντά του, από τότε που γεννήθηκε η Θεανώ του, την ένιωθε σαν συγγενή πια. Η Μαριέττα γνώριζε μέσες άκρες τι γινόταν γύρω της. Έτυχε κάποια μέρα να δει την κυρά της στο ακριβό αυτοκίνητο ενός άντρα, που την φιλούσε. Κόντεψε να πέσει κατά γης. Όμως, μιλιά. Αυτό που δε μπορούσε να φανταστεί, ήταν την πιο βρώμικη πλευρά αυτής της ιστορίας. Με την πάροδο κάποιων μηνών, ένας καλοθελητής ενημέρωσε τον Παύλο για το τι συνέβαινε. Μάνα και κόρη, αγνοώντας την ύπαρξη η μία της άλλης στη ζωή του Θεόφιλου, και δέσμιες σ’ έναν έρωτα σάπιο, τυφλές, χωρίς να μπορούν να δουν το αληθινό πρόσωπο αυτού του άντρα, κατέστρεφαν λίγο-λίγο σαν το σαράκι, ότι καλό απλόχερα τους είχε προσφέρει η ζωή. Αργά το απόγευμα ο άμοιρος Παύλος, χτύπησε τον μπρούτζινο κρίκο, της πόρτας της οδού Ανθέων. Εκείνη άνοιξε, και στο κατώφλι εμφανίστηκε ο Θεόφιλος. Τα μάτια του αλληθώρισαν, όταν το όπλο ακούμπησε το μεσόφρυδο. Πριν όμως ο Παύλος προλάβει να πατήσει την σκανδάλη, με έναν εξαιρετικό ταχύ ελιγμό ο Θεόφιλος έπεσε επάνω του, και κάρφωσε τη σφαίρα που προοριζόταν για τον ίδιο, στην καρωτίδα του Θεόφιλου.

Έφτασε επιτέλους στη μεγάλη εξώπορτα των φυλακών. Τίναξε το κεφάλι του σαν να ήθελε να διώξει κάθε κακιά ανάμνηση, και απάντησε στην ερώτηση του φύλακα που ίσα-ίσα πρόλαβε ν’ ακούσει. « Στην ουσία Κύπριος είμαι. Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να γίνω μόνιμος κάτοικος πια. Μου μένουν κάποια χρόνια ακόμα για να παλέψω λεύτερος!»
« Σου εύχομαι τα καλύτερα..» του απαντά ο φύλακας.
«Ευχαριστώ. Πάω για τα καλύτερα φίλε, πάω στη θάλασσα που γέννησε την κόρη του έρωτα, την Αφροδίτη. Για μια Αφροδίτη έγιναν όλα! Αυτή ήταν η αιτία που γνώρισα και την άλλη πλευρά της ζωής. Στην Αφροδίτη χρωστάω τη γνωριμία μας,» του είπε χαμογελώντας πικρά.»Φεύγω, φεύγω για την όμορφη νύφη της Μεσογείου, που ψάχνει όπως εγώ τη λευτεριά, στους λόφους και στους ανθισμένους κάμπους, που μοσχοβολούν ελπίδα, και άρωμα λεμονανθών. «ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΚΥΠΡΙ, ΛΑΧΤΑΡΙΣΑ ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΣΟΥ ΣΤΡΩΜΑ.»
Ακουγόταν η φωνή του, καθώς η σιλουέτα του χανόταν στο βάθος του δρόμου.






 ACATOUROY

Λένα Φατούρου
Ποιήτρια-Πεζογράφος
Μέλος της ΄Ενωσης Ελλήνων Λογοτεχνών
Μέλος της ΄Ενωσης Κορινθίων Λογοτεχνών
Ειδική Γραμματέας του Λογοτεχνικού Ομίλου «Ξάστερον»
Το ανωτερο διήγημα πήρε Α’ Βραβείο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ.) (10 Ιανουαρίου 2016)

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Οι καραμέλες - Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη




Το καμιόνι με τους Γερμανούς στρατιώτες σταμάτησε στην πλατεία του χωριού. Κατέβηκαν και σκόρπισαν να βγάλουν τον κόσμο από τα σπίτια και να τους μαζέψουν όλους, άντρες, γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους σ’ ένα μεγάλο οικόπεδο απέναντι από την πλατεία.
Γεμίσανε οι δρόμοι με στρατιώτες και χωρικούς. Μονάχα τα μικρά παιδιά άφησαν ελεύθερα να συνεχίσουν τα παιχνίδια τους.

Ο επικεφαλής αξιωματικός είχε στο μεταξύ φτάσει με το αυτοκίνητό του στο χωριό. Μαζί του κατέβηκε κι ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και σκονισμένα παπούτσια, που είχε το πρόσωπό του σκεπασμένο με μια μαύρη κουκούλα. Δύο τρύπες στο μαύρο ύφασμα, για να βλέπει, φανέρωναν δυο μάτια μαύρα σαν το σκοτάδι. Μάτια που σκορπούσαν τον θάνατο. Αυτά τα μάτια είχαν έρθει τούτο το απόγευμα στο χωριό για να κοιτάξουν, για να «διαλέξουν».

Οι στρατιώτες, σε λίγα λεπτά, μαζέψανε στο οικόπεδο όλο το χωριό. Ο αξιωματικός τους πλησίασε τους συγκεντρωμένους και τους κοίταξε με τα γκριζογάλανα μάτια του για πολλή ώρα. Ο άνθρωπος με την κουκούλα στεκότανε κοντά στο αυτοκίνητο και παρακολουθούσε από κει το πλήθος.

Τα παιδιά είχανε σταματήσει τα παιχνίδια τους και βρεθήκανε και κείνα στην πλατεία παρατηρώντας με τ’ αθώα μάτια τους τούς δικούς τους ανθρώπους που ήταν μαζεμένοι στο οικόπεδο. Ένα κοριτσάκι, που κρατούσε μια παλιά κουκλίτσα στην αγκαλιά του, άρχισε να κλαίει.

– Σώπασε, την μάλωσε ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά.

– Θέλω την μαμά μου, ξανάπε το κοριτσάκι. Και πριν προλάβει να της πει το αγόρι οτιδήποτε, έτρεξε στο οικόπεδο και χώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας της. Δυο – τρεις στρατιώτες έστρεψαν τα όπλα τους πάνω στη μικρή, μα μ’ ένα νεύμα του αξιωματικού γυρίσανε στις θέσεις τους.

Ο άνθρωπος με το μαύρο κοστούμι και την κουκούλα πλησίασε τους συγκεντρωμένους. Στην πρώτη σειρά, το κοριτσάκι στην μητρική αγκαλιά κοιτούσε τον προδότη χωρίς φόβο. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε γύρω του. Εκείνος «έδειχνε» στους στρατιώτες όσους έπρεπε να συλληφθούν. Αυτοί τους βγάζανε από το οικόπεδο και τους οδηγούσαν στο καμιόνι. Ένας, δύο, τρεις… δέκα.

Ο προδότης έστρεψε ξανά τα μαύρα μάτια του στην πρώτη γραμμή κι είδε την μικρούλα που τον κοίταζε. Πλησίασε την μητέρα της. Ο φόβος φώλιασε στην ψυχή της γυναίκας.

– Τώρα θα δείξει με το χέρι του και μένα, σκέφτηκε κι έσφιξε την κόρη της στην αγκαλιά της.

Το κοριτσάκι κοίταξε την κουκούλα, είδε τα μάτια του προδότη απ΄ τις δύο τρύπες του υφάσματος και του… χαμογέλασε.

– Θέλω καραμέλες, του είπε η μικρή, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα την αγκαλιά της μητέρας της.

Πίσω από την κουκούλα, τα μαύρα μάτια του άντρα κοίταζαν το κοριτσάκι. Οι χωρικοί παρακολουθούσαν φοβισμένοι.
Ο προδότης έβαλε το χέρι στην δεξιά τσέπη του σακακιού του, έβγαλε 3 – 4 καραμέλες και τις έδωσε στην μικρούλα.

Λίγο αργότερα, το καμιόνι με τους στρατιώτες και τους συλληφθέντες ξεκινούσε από την πλατεία του χωριού. Ο κόσμος στο μεγάλο οικόπεδο άρχισε να φεύγει.

Στο αυτοκίνητο του αξιωματικού που προηγούνταν της πομπής, ο προδότης έβγαλε την κουκούλα και το σακάκι του και τα πέταξε στο κάθισμα δίπλα του.

Απ΄ την δεξιά τσέπη του ρούχου, κύλησε κι έπεσε στο πάτωμα του οχήματος, μια καραμέλα…



Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη

(ΕΠΑΙΝΟΣ διηγήματος από την «Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών». Έχει μεταφραστεί στ’ Αγγλικά, Κινέζικα και Μπενγκάλι – Ινδικά.)


THE CARAMELS

Greece, 2nd World War. In a Greek village.

A truck with German soldiers, stopped near the square. The soldiers came out and scattered to take people out from their houses and gather all of them, men, women, young and the old men, in a field across the village’s square.
All the streets filled with soldiers and villagers. Only little children were free to continue their games.

Meanwhile the commanding officer had arrived in the village. He stopped out of his car followed a man in black suit and shoes full of dust. That man’s face was covered with a black cowl. Only two little holes on the black cloth were allowing him to see and revealing two eyes black as the dark. Eyes spreading death. Those eyes had come that evening in the village to look and pick out.

The soldiers in a short time, put all the villagers together in the field. The officer went near the people and stared them with his blue-gray eyes, for a few minutes. The man in the cowl was standing by the car watching the crowd.

The children had stopped their games and went to the square. Their innocent eyes were watching their family people gathered in the field. A little girl holding an old doll started crying.

“Shut up!” shouted one of the older children.
“I want my mum” said the little girl and rushed to the field right in her mother’s arms. A couple of soldiers turned their guns to the little girl but the officer gave a negative nod.

The man in black suit and cowl went near the villagers. In the first line, the little girl in her mother’s arms was staring the informer without fear. As if she couldn’t understand what happening around her. He was showing the soldiers those to be arrested. The soldiers took them and got them on the truck. One, two, three… ten.

The informer looked again with her black eyes at the first line and saw the little girl staring him. He went near her mother. The women was scared.

“Now, his hand will pick and me”, the woman thought and take hold the daughter tighter.

The little girl was still staring the cowl. She saw the informer’s eyes from the cloth’s two holes and… she smiled to him.
“Give me caramels” the girl said and at the same time left from her mother’s arms.

Behind the cowl the black eyes were watching the little girl and the villagers were watching the scene with fear. The informer put his hand in the right pocket of his jacket, he got out 3 – 4 caramels and gave them to the little girl.
A little bit, the truck with the soldiers and arrested people drove off the village’s square. The people gathered in the field was dismissed.

Inside the officer’s car, the informer took off the cowl and his suit jacket and threw them on the seat beside him.
From the right pocket of the jacket, rolled and fell down, a caramel…

 
ZACHAROULA GAITANAKI
PRAISE from the “Pan – Hellenic Union of Literature”

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

"Πορτοκαλί Φάκελος" Συλλογή διηγημάτων του Βαγγέλη Σωτήρη από τις εκδόσεις ΛΕΜΒΟΣ


Layout 1
Μια ηλικιωμένη που κατασκοπεύει τη νεαρή της γειτόνισσα, ένας πιτσιρίκος που μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές της Αθήνας με ίνδαλμά του ένα μηχανόβιο, μια γυναίκα που έχει απαχθεί από έναν serial killer, ένα φάντασμα που περιφέρεται στο κέντρο της Αθήνας, μια παρέα σε ένα απομακρυσμένο ορεινό εξοχικό, και δέκα ακόμα ιστορίες τις οποίες ενώνει ο πορτοκαλί μίτος της πένας του Βαγγέλη Σωτήρη απαρτίζουν τη νέα συλλογή διηγημάτων των εκδόσεων Λέμβος.
Δεκαπέντε αυτόνομες ιστορίες μέσα στον ίδιο φάκελο.
Δεκαπέντε αφηγήσεις με κοινό άξονα και συνδετικό λογοτεχνικό εύρημα το πορτοκαλί χρώμα. Ενδιάμεσο και υβριδικό, άλλοτε λυτρωτικό και άλλοτε καταδικαστικό, αυτό το χρώμα βρίσκει την αρμονία του μέσα από τη σύγκρουση.
Το βιβλίο του συγγραφέα Β. Σωτήρη ακολουθεί τόσο τα χνάρια του ‘κοινωνικού’ όσο και του ‘μαγικού’ ρεαλισμού. Σκληρό σε αρκετά σημεία, συχνά ξεφεύγει σε άλλες διαστάσεις. Οι χαρακτήρες άκρως ρεαλιστικοί, άνθρωποι του περιθωρίου αλλά και της διπλανής πόρτας, και κάποτε σουρεαλιστικοί, καθώς στον πραγματικό χρόνο εισχωρεί το στοιχείο του φανταστικού ή του μεταφυσικού, μας αφηγούνται τις «πορτοκαλί» τους ιστορίες. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί!

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

"Δίνη" Συλλογή διηγημάτων της Στέλλας Ασημακοπούλου. Από τις εκδόσεις ΣΑΪΤΑ. Διαβάστε το Ε-ΒΟΟΚ δωρεάν εδώ.

Τίτλος: "Δίνη"Συγγραφέας: Στέλλα Ασημακοπούλου
ISBN: 978-618-5040-41-3

Συντελεστές
Επιμέλεια-Διορθώσεις: Ευρυδίκη Αμανατίδου
Φωτογραφία εξωφύλλου: Πέτρος Κούτρας
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σύντομη περίληψη
Τι συμβαίνει όταν η καθημερινότητα παίρνει διαστάσεις άπιαστου ονείρου ή τρελού εφιάλτη; Όταν ανακαλύπτουμε τις άγνωστες πτυχές της ζωής; Αυτές που μέχρι χτες αγνοούσαμε την ύπαρξή τους. Ή όταν το συνειδητό γίνεται υποσυνείδητο απλά και μόνο για να αποφύγουμε τον λαβύρινθο στον οποίο θα μας συμπαρασύρουν;
Απλοί ήρωες του σήμερα, βιώνουν τις δικές τους ιστορίες μέσα από μυστήριο, ανατροπές, πόνο, απογοήτευση, αγάπη και μίσος.
Και μια Ελλάδα γεμάτη από θεωρίες συνομωσίας, που έχουν ένα μοναδικό κεντρικό άξονα: τη δίνη του λομυαύ και της ψυχής.
Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 1,27 MB) εδώ:


ή δείτε το απευθείας παρακάτω:

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

"Ένα ταξίδι ...αλλιώς" Συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις ΣΑΪΤΑ. Διαβάστε την εδώ ΔΩΡΕΑΝ


Τίτλος:"Ένα ταξίδι ...αλλιώς"

Συγγραφείς: Ευρυδίκη Αμανατίδου, Καίτη Βασιλάκου, Χάρης Γαντζούδης, Γιώργος Γρηγοράκης, Φώτης Δούσος, Κώστας Θερμογιάννης, Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης, Ηρακλής Λαμπαδαρίου, Στέφανος Λίβος, Δημήτρης Νίκου, Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Κατερίνα Τζωρτζακάκη

ISBN: 978-618-5040-20-8




Συντελεστές


Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου










Δώδεκα συγγραφείς, συνεπιβάτες, κι αποσκευές, τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής, κι «ένα ταξίδι …αλλιώς» ξεκίνησε… Διαφορετικές φωνές, ζωές, εικόνες και χρώματα μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο σιωπηλά και δημιουργούν μια πλούσια παλέτα συναισθημάτων…








Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 3,99 MB)




Διαβάστε το σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο:

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

"ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟ


πηγή: http://adiavroxoi.blogspot.gr


         21 χρόνια έχουν περάσει από το Πάσχα του 1992, αλλά για να το θυμάμαι ακόμα κάτι παραπάνω από το τίποτα αξίζει το σκηνικό. Άρα, καλό θα είναι να περιγραφεί. Ίσως να αφορά και περισσότερους από έναν (εμένα).
Ανάσταση στο στρατόπεδο όπου εδρεύει το ΚΕΜΧ. Κέντρο Εκπαίδευσης Μηχανικού, στο μαγευτικό Ναύπλιο. Κάπου πιο πέρα βρίσκεται ένα εργοστάσιο παραγωγής πελτέ και κέτσαπ και ελαφρώς μακρύτερα ένας λόφος που ονομάζεται «Άρια» ή «Άρεια». Αν η μνήμη μου δεν με απατά, η απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη των 3 ή 4 χιλιομέτρων. Συνήθως καλύπταμε τρέχοντας την απόσταση, υπό τις φρικώδεις «άριες» ή αρές (επισήμως διαταγές και παραγγέλματα) ενός ανθυπολοχαγού, ο οποίος καμάρωνε σε εμάς επειδή είχε αποφοιτήσει πρώτος από την Σχολή Ευελπίδων. Γενικώς τον είχαμε σε μεγάλη υπόληψη επειδή ήταν ακριβοδίκαιος, αυστηρός, εκτελούσε μαζί μας τις ασκήσεις και έδειχνε ορκισμένος πατριώτης. Εξέπεσε του μύθου του όταν τον πετύχαμε ένα απόγευμα, να φοράει πολιτικά και να πίνει πορτοκαλάδα σε καφετέρια του Ναυπλίου και να «καμακώνει» μία νεαρά. Της συστήθηκε ως φοιτητής! Οποία έκπληξις και ξενέρωμα για τους στρατιώτες που κρυφάκουγαν και διαπίστωσαν ότι ο αυστηρός απόγονος του Μιλτιάδου ντρεπόταν για το αξίωμά του.
Τέλος πάντων, η ζωή στο ΚΕΜΧ κυλούσε όπως σε όλα τα στρατόπεδα της χώρας (τουλάχιστον το 1992. Δεν έχω διαχρονική άποψη για τον χακί βίο). Η διαβίωση στον ΕΣ δεν διαφέρει πολύ από την αντίστοιχη στην «ελεύθερη» κοινωνία. Μόνο μια διαφορά έχει: όσα γίνονται εντός στρατοπέδου δεν έχουν το επίχρισμα της «ευγένειας», της κομψότητας, του δήθεν σεβασμού στην ισότητα, που έχει η καθημερινότητα στην πόλη.
Στο Κέντρο Εκπαίδευσης ή στην μονάδα, την αναξιοκρατία, το βύσμα, την αδικία και την περιφρόνηση στον αδύναμο στην τρίβουνε στα μούτρα. Χωρίς περιστροφές. Δεν επικαλούνται προσχήματα. Εκεί βλέπεις το όνομά σου να είναι σβησμένο με μπλάνκο από τους εξοδούχους και να είναι γραμμένο φαρδύ πλατύ στις σκοπιές ή στην αγγαρεία. Δικαιολογία; Καμία! Γιατί; Γιατί έτσι! Ο άλλος, αυτός που θα βγει εξοδούχος αντ’ εσού, είναι συγγενής του διοικητή, κολλητός βουλευτή, ανηψιός υπουργού, κουμπάρος του νομάρχη – κάτι θα βρει να είναι. Τι είσαι εσύ; Τίποτα! Χμμ, όχι ακριβώς τίποτα. Είσαι το 3ο ή 4ο νούμερο στην σκοπιά τάδε. Αυτό είσαι. Ένα εργαλείο που θα εξυπηρετεί την ισχύ του άλλου. Το εθνόσημο το φοράς και εσύ και οι άλλοι για να θυμάσαι πόσες δεκάδες χιλιάδες μικρές και μεγάλες προδοσίες γίνονται στο όνομα της Ελλάδας.
Μην ξεχνιόμαστε, ο λαός είναι το ντεκόρ. Το τοπίο είναι ο «ισχυρός». Όλα για εκείνον πρέπουν – εκτός από τα κοπιώδη, τα επικίνδυνα, τα βαρετά και τα δύσκολα. Ο «ισχυρός» (σ.σ.: σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και οι γνωστοί των εχόντων εξουσία) έρχεται όταν τελειώνει το ζόρι για τις απαραίτητες παράτες, τα ταρατατζούμ και τη διανομή των λαφύρων. Αυτό το απέδειξε και η μικρή πασχαλινή περιπέτεια στο ΚΕΜΧ.
Τότε λοιπόν, το Μέγα Σάββατο, όσοι κληρωτοί είχαν δηλώσει πως την επομένη θα τους επισκέπτονταν συγγενείς τους, είχαν μία σπουδαία παροχή. «Λαμπρή» παροχή. Δεν θα είχαν υπηρεσία μετά την 10η νυχτερινή! Και την επομένη, την Κυριακή της Αναστάσεως θα έβγαιναν και βολτούλα στην πόλη με τους συγγενείς. Ορθό αυτό. Να μην δουν σαν λείψανο από την κούραση το σπλάχνο τους και σκιαχτούν.
Μια που υπήρχε μέγα ζόρι τις ημέρες της προετοιμασίας (μόνο τα φύλλα των δέντρων δεν γυαλίσαμε οι… μάχιμοι), υπήρξε η πρόνοια να θεσμοθετηθεί ένα...

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

"Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος" Συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Σαϊτα. Διαβαστε το εδώ ΔΩΡΕΑΝ!


Τίτλος: Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος
Συγγραφείς: Αγγελακοπούλου Εύη, Αγγελίδης-Γκέντζος Τάσος, Αλεξίου Γιούλη, Γαλιάσος Φίλιππος, Γραφανάκης Μάνος, Γρηγοριάδης Γιάννης, Δεληγιάννη-Τσιουλπά Άννα, Δερμιτζάκη Ειρήνη, Ελευθεριάδου Ελντίνα, Ζαράρης Λάσκαρης, Ζωντός Μιχαήλ, Καρυωτάκης Μίνως-Αθανάσιος, Κασιάρου Εύα, Κουντουράς Παναγιώτης, Κουτσοσπύρος Σπύρος, Λαμπρίδου Βασιλική, Λουλά Χριστίνα, Μαμαλιόγκας Γιάννης, Μητσοπούλου Δέσποινα, Οδυσσέας Γκρέι (ψευδώνυμο), Παναγιώτου Κυριάκος, Παπαδοπούλου Κάλλια, Παπαϊορδανίδης Θεοδόσης, Σαββανάκης Γιώργος, Σαββινίδης Λευτέρης, Σαλαβασίδης Πέτρος, Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης Ρωμανός, Τριανταφυλλίδου Ευγενία, Φλώρου Παναγιώτα, Χουρσανίδης Μανόλης 
ISBΝ: 978-618-80394-5-2
Συντελεστές
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Αλίκη Λαζαρίδου 
Επιμέλεια-Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη 
Σύντομη περίληψη
Όπως ταξιδεύουν οι ιδέες, οι νότες, οι άνθρωποι, ο νους, η σκέψη, έτσι και τα χρήματα ταξιδεύουν συνεχώς χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την πορεία που ακολουθούν, τα προβλήματα που πιθανόν φέρνουν, τις συνειδήσεις τις οποίες αλλοιώνουν, την ανακούφιση από δυσάρεστες καταστάσεις, την αισιοδοξία, τη δύναμη, το κύρος, το πάθος, τη λύτρωση, την ενοχή, την εκμετάλλευση. Ταξιδέψτε με τα τριάντα διηγήματα που προέκυψαν από την ανοικτή πρόσκληση των Εκδόσεων Σαϊτα.
Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2013.
  
Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 4,84 MB) ή δείτε το πατώντας παρακάτω: