Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΝΤΕΣΣΙΝΑ

Θα καταδυθώ να ανασύρω την πιο καυτή σου ανάσα
Θησαυρός καλυμμένος με βράχο
Σε σπάω, σε ανασταίνω, σε φέρνω στο φως
Στην αρμύρα που καίει τη θάλασσά μου
Που θρυμματίζει το αχ μου στο στήθος σου, στη μυρωδιά σου
Που σβήνει το πώς, που αναδύει φιλί
Φιλιά… φεγγάρια ασημιά
Και παύει ο χρόνος – διαμελίζεται…
Μη σταματάς. Ανάσαινε μέσα μου
Βυθίσου στον υγρό πόθο
κι αφέσου στης αγκαλιάς μου την παλάμη
Κρύψου στη σπηλιά με τους σταλαχτίτες
Στάζω υγρασία και φως
Είμαι η ζωή που γεύεσαι
Μια ιδέα, ένα κατακόκκινο όνειρο
Στιγμή αποκάλυψης στον κοραλλιογενή ύφαλο
Λιγοθυμιά και άρωμα ηδονικό
αναβλύζω από το μαύρο μαργαριτάρι σου
Στη ρωγμή σου μέσα ανακάλυψα Σε...
Διψάω…
aanasto

Σχόλιο: Δεν είναι διήγημα αλλά αφού μου το έστειλε ο αναγνώστης aanasto το "δημοσιεύω"
ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Υπάρχει και το διήγημα...

Οσο απαιτητική είναι η μικρή φόρμα τόσο απαιτητικό, άρα και μικρό, είναι το κοινό της. Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν εκδίδονταν τόσα σύντομα πεζά όσα στις μέρες μας
Οι περισσότερες ιστορίες είναι μικροσκοπικές, αλλά υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Οπως αυτή που εκτυλίσσεται μια Κυριακή, όσο ένας άντρας «μουγκός από θυμό» σκοτώνει τις ώρες του μέχρι να επιστρέψει γαληνεμένος πια στο συζυγικό κρεβάτι, μπλέκοντας τα πόδια του σ' εκείνα της συντρόφου του - «δυο λυπημένα φίδια που βυθίζονται σε νάρκη». Ή σαν κι εκείνη όπου ο αφηγητής ανακαλεί τα φοιτητικά του χρόνια, μαζί με τη μορφή του επιληπτικού κοριτσιού που έμελλε να κουβαλάει για πάντα στην καρδιά του...

«Τα διηγήματα δεν τα αγοράζει ο κόσμος. Παρ' όλο που η μικρή φόρμα εξακολουθεί να καλλιεργείται στη χώρα μας, οι αναγνώστες της σπανίζουν. Οπως δεν αγοράζουν ποίηση, δεν αγοράζουν και διηγήματα. Προτιμούν να χωθούν σε εκτενέστερες αφηγήσεις, ζώντας για μεγαλύτερο διάστημα μέσα από τις ζωές κάποιων άλλων.
Υπάρχουν βέβαια διηγηματογράφοι που έχουν κερδίσει ένα πλατύτερο κοινό, όπως ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (βλ. «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος», εκδ. Ελληνικά Γράμματα), ενώ δυο ακόμα μάστορες τους είδους, ο Σωτήρης Δημητρίου και ο Ηλίας Παπαδητρακόπουλος, απέσπασαν πρόσφατα άλλη μια φορά τα εγκώμια της κριτικής, ο πρώτος με τα «Ζύγια του προσώπου» (εκδ. Πατάκης) και ο δεύτερος με τον «Θησαυρό των αηδονιών», (εκδ. Γαβριηλίδης). «Το σίγουρο είναι πως, όσο απαιτητικό είναι το διήγημα, άλλο τόσο απαιτητικό, άρα και πιό μικρό, είναι και το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Κατά κανόνα το ζητούν οι αναγνώστες της καλής λογοτεχνίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Νίκου Αδάμ Βουδούρη με το «Ο βυθός είναι δίπλα», ενώ με διηγήματα πρωτοεμφανίστηκε πέρσι και η πολλά υποσχόμενη Κάλλια Παπαδάκη (βλ. «Ο ήχος του ακάλυπτου», εκδ. Πόλις). «Δεν είναι τόσο οι εκδότες που φοβούνται το διήγημα, όσο οι βιβλιοπώλες» διευκρινίζει ο Δημήτρης Ποσάντζης από τον «Καστανιώτη», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι οι πιθανότητες να σημειώσει εμπορική επιτυχία ένας πρωτοεμφανιζόμενος διηγηματογράφος είναι μηδαμινές, όσο δυνατό κι αν είναι το γραπτό του. Ούτε στα δικά του χέρια, όμως, φτάνουν πολλά χειρόγραφα με διηγήματα: «Η αναλογία με τα μυθιστορήματα είναι ένα προς δέκα», λέει.

Με το που άρχισε να διαγράφεται στον ορίζοντα η απειλή της οικονομικής κρίσης, οι εκδότες έδωσαν ακόμη περισσότερο βάρος στην ελληνική πεζογραφία, εξοικονομώντας έτσι από τις αμοιβές των μεταφραστών και τις προκαταβολές ξένων δικαιωμάτων. Αυτή η στροφή φαίνεται πως επηρέασε θετικά τις νουβέλες, τα διηγήματα και γενικότερα τα σύντομα πεζά, ανεβάζοντας το 2008 τον συνολικό τους αριθμό στους 226 τίτλους. Ηταν ο υψηλότερος αριθμός που σημειώθηκε από το 2003.

Κρίνοντας από τα στοιχεία της biblionet.gr, αντίστοιχα γόνιμο υπήρξε και το 2009, χρονιά που είδαν μεταξύ άλλων το φως οι «Ιστορίες ενηλικίωσης» του Κώστα Ακρίβου (εκδ. «Μεταίχμιο»), η «Ελεημοσύνη των γυναικών» του Ανδρέα Μήτσου (εκδ. Καστανιώτη), το «Μίξερ» του Γιώργου Μανιώτη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), οι «Αστυνομικές ιστορίες» του Ανδρέα Αποστολίδη (εκδ. «Αγρα») ή το «Αυτή η σκάλα δεν κατεβαίνει» της Μάρως Βαμβουνάκη (εκδ. Ψυχογιός). Ενώ παράλληλα είδαμε και σημαντικές επανεκδόσεις, όπως τα «Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή (εκδ. Γαβριηλίδης) και τις νουβέλες της Μάρως Δούκα «Η πηγάδα. Κάτι Ανθρωποι. Αθοπετού» (εκδ. Πατάκη).
Το «Γυναικών» (εκδ. «Μελάνι»), το νέο βιβλίο αυτού του Δημήτρη Γκανά, του συνειδητού θιασώτη της αφηγηματικής ποίησης, είναι μια συλλογή μικρών ιστοριών, μέσα από την οποία αναδύεται ένα σύμπαν στοιχειωμένο από τη γυναικεία παρουσία.
ο Γκανάς μπαίνει στη θέση του παρατηρητή, πρόθυμος να υμνήσει τα πάντα: τη μαγεία της ομορφιάς αλλά και τη γοητεία της φθοράς, το παιχνίδι του έρωτα αλλά και το βάσανο της ανεκπλήρωτης αγάπης, χειρονομίες που φανερώνουν μιά στάση ζωής, στιγμές ευτυχίας αλλά και χαρμολύπης. Κοπέλες σαν τα κρύα νερά, προσηλωμένες στον υπολογιστή τους, δίνουν τη θέση τους σε γερασμένες υπάρξεις που λαχταράνε ένα χάδι, ενώ στιγμιότυπα από τη σύγχρονη αστική καθημερινότητα διασταυρώνονται με εικόνες και ήθη περασμένων εποχών, ανασυρμένα από «τη θάλασσα της μνήμης».
Οίκος με αυστηρές επιλογές στον τομέα της ελληνικής πεζογραφίας, ο «Πόλις» παρουσιάζει φέτος έναν πολύ καλό διηγηματογράφο, τον 40χρονο Χρήστο Οικονόμου, που μια επταετία μετά την παρθενική του συλλογή «Η γυναίκα στα κάγκελα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), επιστρέφει με δεκάξι καινούριες ιστορίες που διαδραματίζονται όλες σε φτωχογειτονιές του Πειραιά, υπό τον γενικό τίτλο «Κάτι θα γίνει, θα δεις».
Η «μοχθηρή φτώχεια, η πρόστυχη», η παρατεταμένη ανεργία που μεταμορφώνει τους ανθρώπους, οι καθημερινοί εμφύλιοι ανάμεσα σ' όσους έχουν σπρωχτεί στο περιθώριο, τα ματαιωμένα όνειρα και το ροκάνισμα της αξιοπρέπειας είναι μοτίβα που διαπερνούν απ' άκρη σ' άκρη τα διηγήματα του Οικονόμου. Ναυτεργάτες και σιδεράδες, καφενόβιοι και γκαρσόνια, νταήδες και μεροκαματιάρηδες, σακατεμένοι από εργατικά ατυχήματα, «πράσινοι», «κόκκινοι», δεξιοί ή αδέσποτοι κομματικά, ντόπιοι και αλλοδαποί, οι ήρωές του προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι, δίνοντάς μας μια πικρή γεύση από το πώς βιώνεται εδώ και χρόνια η κρίση στο Κερατσίνι, τη Νίκαια, τα Καμίνια ή τη Δραπετσώνα, εκεί όπου ο φόβος δίνει μάχες με την ελπίδα καθημερινά.
Στον Πειραιά στρέφεται και ο Αλέξης Σταμάτης, οι «Θρυλικές ιστορίες» του οποίου αναμένονται συγκεντρωμένες από τον «Καστανιώτη» γύρω στα μέσα Μαΐου. Ολυμπιακός ως προς το... φρόνημα, αντλεί το υλικό των διηγημάτων του από γεγονότα και καταστάσεις που συνδέονται με την δημοφιλή ομάδα της πόλης, αρχής γενομένης από την περίοδο της Κατοχής, φροντίζοντας απ' τη μεριά του να μιλήσει και «για ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο τόσο εντός όσο και εκτός ποδοσφαίρου, από τον έρωτα και το θάνατο, ώς την εξουσία και τη μνήμη».
Σε λίγες βδομάδες, όμως, θα κυκλοφορήσει από τον «Κέδρο» και η συλλογή «Ελληνικά Ονόματα» με πρόλογο του Μένη Κουμανταρέα, στην οποία συστεγάζονται διηγήματα μιας πλειάδας συγγραφέων της νεότερης γενιάς. Ανάμεσά τους, η Δήμητρα Κολλιάκου, η Βάσια Τζανακάρη, η Σταυρούλα Σκαλίδη ή η Μαρία Φακίνου, όπως και οι Δημήτρης Μαμαλούκας, Λευτέρης Μαυρόπουλος, Παύλος Μεθενίτης και Σπύρος Γιανναράς. Το στοίχημα με το οποίο κλήθηκαν όλοι τους ν' αναμετρηθούν, ήταν να στήσουν ιστορίες εμπνευσμένες από διάσημους Ελληνες, ζωντανούς και μη, απ' όποιον χώρο κι αν προέρχονται. Εξ ου και η ποικιλία των πρωταγωνιστών: από τον Καζαντζάκη και τον Βιζυηνό ώς τον Σκαλκώτα και τον Μπουζιάνη, κι από τη Μελίνα Μερκούρη, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου και την Αλίκη Βουγιουκλάκη ώς τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και ... τον Δράκο του Σέιχ Σου!
Πληροφορίες από άρθρο της ΣΤ.ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (enet.gr)